απιθώνω

απιθώνω
μετ.
1) ставить, оставлять, класть (вещи и т. п.); размещать;

απιθώνω στο τραπέζι — класть (что-л.) на стол;

2) отдавать (в ломбард), закладывать;

απιθώνω στο ενεχυροδανειστήριο — отдать в ломбард, в залог;

3) давать, доверять (что-л.);

απιθώνομαι

1) — располагаться, усаживаться;

2) доверяться (кому-л.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "απιθώνω" в других словарях:

  • απιθώνω — απιθώνω, απίθωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • απιθώνω — 1. ακουμπώ κάτι προσωρινά κάπου, αφήνω κάτω, αποθέτω 2. εμπιστεύομαι κάπου, ενεχυριάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αποθώνω < απόθωσα, ως αόρ. του ρ. αποθέτω, με μεταπλασμό κατά το (ε)σήκωσα σηκώνω] …   Dictionary of Greek

  • απιθώνω — ωσα, ώθηκα ωμένος 1. αποθέτω, αφήνω: Απίθωσε το ταγάρι σ ένα κάθισμα. 2. το μέσ., απιθώνομαι κάθομαι, ξεκουράζομαι: Απιθώσου το λοιπόν σ έναν τόπο. Ουσ., απίθωμα, το το να απιθώνει κανείς κάτι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πιθώνω — Ν απιθώνω, τοποθετώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < απιθώνω*, με σίγηση τού αρκτικού α ] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»